L’hymne national de la Grèce est constitué des deux premières strophes du poème « Hymne à la liberté » de Dionysios Solomos.

« L’Hymne à la Liberté  » a été écrit par Dionysios Solomos à Zakynthos, en mai 1823, alors que la guerre de libération (1821-1828) de la Grèce contre les Turcs embrasait le pays. Il s’agit de la première oeuvre grecque de l’auteur, qui avait suivi ses études en Italie. Elle lui permit d’obtenir la reconnaissance dans son pays; il devient le « Dante grec ». Ce poême est composé de 158 strophes de 4 vers. En 1828, à Kerkyra, Nikolaos Chalikipoulos-Mantzaros commence à mettre l’hymne en musique. Il terminera son oeuvre en 1830, qui fut alors régulièrement jouée lors de commémorations nationales grecques. En 1844, Mantzaros commence une deuxième mise en musique de l’hymne. Il faudra cependant attendre 1865 pour qu’il soit accepté en tant qu’hymne national.

L’hymne national grec comporte en fait 24 strophes, mais seules les deux premières sont réellement jouées et chantées lors de l’élévation du drapeau.

L’Hymne à la liberté est l’hymne national grec, mais également l’hymne national de l’île de Chypre.

 

PAROLES
GRECQUES
Traduction
1 Σε γνωρίζω από την κόψητου σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη

που με βία μετράει τη γη.

Je te reconnais au tranchantde ton glaive redoutable ;
Je te reconnais à ce regard rapide

Dont tu mesures la terre.

2 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένητων Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Sortie des ossementsSacrés des Hellènes,

Et forte de ton antique énergie,

Je te salue, je te salue, ô Liberté !

3 Εκεί μέσα εκατοικούσεςπικραμένη, εντροπαλή,

κι ένα στόμα ακαρτερούσες,

« έλα πάλι », να σου πεί.

4 Άργειε νάλθει εκείνη η μέρα,κι ήταν όλα σιωπηλά,

γιατί τά ‘σκιαζε η φοβέρα

και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5 Δυστυχής! Παρηγορίαμόνη σού έμενε να λές

περασμένα μεγαλεία

και διηγώντας τα να κλαις.

6 Και ακαρτέρει και ακαρτέρειφιλελεύθερη λαλιά,

ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι

από την απελπισιά.

7 Κι έλεες: « Πότε, α, πότε βγάνωτο κεφάλι από τσ’ ερμιές; ».

Και αποκρίνοντο από πάνω

κλάψες, άλυσες, φωνές.

8 Τότε εσήκωνες το βλέμμαμες στα κλάιματα θολό,

και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,

πλήθος αίμα ελληνικό.

9 Με τα ρούχα αιματωμέναξέρω ότι έβγαινες κρυφά

να γυρεύεις εις τα ξένα

άλλα χέρια δυνατά.

10 Μοναχή το δρόμο επήρες,εξανάλθες μοναχή

δεν είν’ εύκολες οι θύρες

εάν η χρεία τες κουρταλεί.

11 Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,αλλ’ ανάσαση καμμιά

άλλος σου έταξε βοήθεια

και σε γέλασε φρικτά.

12 Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σουοπού εχαίροντο πολύ,

« σύρε νά ‘βρεις τα παιδιά σου,

σύρε », έλεγαν οι σκληροί.

13 Φεύγει οπίσω το ποδάρικαι ολογλήγορο πατεί

ή την πέτρα ή το χορτάρι

που τη δόξα σού ενθυμεί.

14 Ταπεινότατη σου γέρνειη τρισάθλια κεφαλή,

σαν πτωχού που θυροδέρνει

κι είναι βάρος του η ζωή.

15 Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύεικάθε τέκνο σου με ορμή,

πού ακατάπαυστα γυρεύει

ή τη νίκη ή τη θανή.

16 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένητων Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17 Μόλις είδε την ορμή σουο ουρανός που για τσ’ εχθρούς

εις τη γη τη μητρική σου

έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

18 εγαλήνεψε και εχύθεικαταχθόνια μια βοή,

και του Ρήγα σού απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή.

19 Όλοι οι τόποι σου σ’ εκράξανχαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν

όσα αισθάνετο η καρδιά.

20 Εφωνάξανε ως τ’ αστέριατου Ιονίου και τα νησιά,

κι εσηκώσανε τα χέρια

για να δείξουνε χαρά,

21 μ’ όλον πού ‘ναι αλυσωμένοτο καθένα τεχνικά,

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: « Ψεύτρα Ελευθεριά ».

22 Γκαρδιακά χαροποιήθεικαι του Βάσιγκτον η γη,

και τα σίδερα ενθυμήθει

που την έδεναν κι αυτή.

23 Απ’ τον πύργο του φωνάζει,σα να λέει σε χαιρετώ,

και τη χήτη του τινάζει

το λιοντάρι το Ισπανό.

24 Ελαφιάσθη της Αγγλίαςτο θηρίο, και σέρνει ευθύς

κατά τ’ άκρα της Ρουσίας

τα μουγκρίσματα τσ’ οργής.

25 Εις το κίνημα του δείχνει,πως τα μέλη ειν’ δυνατά

και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

26 Σε ξανοίγει από τα νέφηκαι το μάτι του Αετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Ιταλού

27 και σ’ εσέ καταγυρμένος,γιατί πάντα σε μισεί,

έκρωζ’ έκρωζ’ ο σκασμένος,

να σε βλάψει, αν ημπορεί.

28 Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαιπάρεξ που θα πρωτοπάς

δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι

στες βρισιές οπού αγρικάς

29 σαν το βράχο οπού αφήνεικάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνει

ευκολόσβηστον αφρό

30 οπού αφήνει ανεμοζάληκαι χαλάζι και βροχή

να του δέρνουν τη μεγάλη,

την αιώνιαν κορυφή.

31 Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,οποιανού θέλει βρεθεί

στο μαχαίρι σου αποκάτου

και σ’ εκείνο αντισταθεί.

32 Το θηρίο π’ ανανογιέταιπως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά

33 τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,τα λαγκάδια, τα βουνά,

κι όπου φθάσει, όπου περάσει,

φρίκη, θάνατος, ερμιά

34 Ερμιά, θάνατος και φρίκηόπου επέρασες κι εσύ

ξίφος έξω από τη θήκη

πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35 Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκειτης αθλίας Τριπολιτσάς

τώρα τρόμου αστροπελέκι

να της ρίψεις πιθυμάς.

36 Μεγαλόψυχο το μάτιδείχνει πάντα οπώς νικεί,

κι ας ειν’ άρματα γεμάτη

και πολέμιαν χλαλοή.

37 Σου προβαίνουνε και τρίζουνγια να ιδείς πως ειν’ πολλά

δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά;

38 Λίγα μάτια, λίγα στόματαθα σας μείνουνε ανοιχτά.

για να κλαύσετε τα σώματα

που θε νά ‘βρει η συμφορά!

39 Κατεβαίνουνε, και ανάφτειτου πολέμου αναλαμπή

το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40 Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;Λίγα τα αίματα γιατί;

Τον εχθρό θωρώ να φύγει

και στο κάστρο ν’ ανεβεί.

41 Μέτρα! Ειν’ άπειροι οι φευγάτοι,οπού φεύγοντας δειλιούν

τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42 Εκεί μέσα ακαρτερείτετην αφεύγατη φθορά

να, σας φθάνειαποκριθείτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά!

43 Αποκρίνονται και η μάχηέτσι αρχίζει, οπού μακριά

από ράχη εκεί σε ράχη

αντιβούιζε φοβερά.

44 Ακούω κούφια τα τουφέκια,ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

45 Α, τι νύκτα ήταν εκείνηπου την τρέμει ο λογισμός!

Άλλος ύπνος δεν εγίνει

πάρεξ θάνατου πικρός.

46 Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου, και οι καπνοί,

47 και οι βροντές και το σκοτάδιοπού αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον ΄Αδη

που ακαρτέρειε τα σκυλιά

48 Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνον’ ίσκιοιαναρίθμητοι, γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49 Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

50 Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοιεπετιούντο από τη γη,

όσοι ειν’ άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

51 Τόσα πέφτουνε τα θερι-σμένα αστάχια εις τους αγρούς

σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52 Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,και αναδεύοντο μαζί,

ανεβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

53 Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνει μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54 εάν οι άνεμοι μες στ’ άδειατα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55 Με τα μάτια τους γυρεύουνόπου είν’ αίματα πηχτά,

και μες στα αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά

56 και χορεύοντας μανίζουνεις τους ΄Ελληνες κοντά,

και τα στήθια τους εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

57 Εκειό το έγγισμα πηγαίνειβαθειά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58 Τότε αυξαίνει του πολέμουο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπισμα του ανέμου

στου πελάου τη μοναξιά.

59 Κτυπούν όλοι απάνου κάτουκάθε κτύπημα που εβγεί

είναι κτύπημα θανάτου

χώρις να δευτερωθεί.

60 Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέειλες κι εκείθενε η ψυχή

απ’ το μίσος που την καίει

πολεμάει να πεταχθεί.

61 Της καρδίας κτυπίες βροντάνεμες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια όπου χουμάνε

περισσότερο ειν’ γοργά.

62 Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι,ουδέ πέλαγο, ουδέ γη

γι’ αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

63 Τόση η μάνητα κι η ζάλη,που στοχάζεσαι μη πως

από μία μεριά και απ’ άλλη

δεν είνει ένας ζωντανός.

64 Κοίτα χέρια απελπισμέναπώς θερίζουνε ζωές!

Χάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65 και παλάσκες και σπαθίαμε ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία,

σωθικά λαχταριστά.

66 Προσοχή καμία δεν κάνεικανείς, όχι, εις τη σφαγή

πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,

φθάνει έως πότε οι σκοτωμοί;

67 Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,πάρεξ όταν ξαπλωθεί;

Δεν αισθάνονται τον κόπο

και λες κι είναι εις την αρχή.

68 Ολιγόστευαν οι σκύλοι,και « Αλλά », εφώναζαν, « Αλλά »,

και των Χριστιανών τα χείλη

« φωτιά », εφώναζαν, « φωτιά ».

69 Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,πάντα εφώναζαν « φωτιά »,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας « Αλλά ».

70 Παντού φόβος και τρομάρακαι φωνές και στεναγμοί

παντού κλάψα, παντού αντάρα,

και παντού ξεψυχισμοί.

71 Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλιεις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.

Όλοι χάμου εκείτοντ’ όλοι

εις την τέταρτην αυγή.

72 Σαν ποτάμι το αίμα εγίνηκαι κυλάει στη λαγκαδιά,

και το αθώο χόρτο πίνει

αίμα αντίς για τη δροσιά.

73 Της αυγής δροσάτο αέρι,δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων το αστέρι

φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

74 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένητων Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75 Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποιδεν λάμπ’ ήλιος μοναχά

εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.

76 Εις τον ήσυχον αιθέρατώρα αθώα δεν αντηχεί

τα λαλήματα η φλογέρα,

τα βελάσματα το αρνί.

77 Τρέχουν άρματα χιλιάδεςσαν το κύμα εις το γιαλό,

αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες

δεν ψηφούν τον αριθμό.

78 Ω τρακόσιοι, σηκωθείτεκαι ξανάλθετε σε μας

τα παιδιά σας θελ’ ιδείτε

πόσο μοιάζουνε με σας.

79 Όλοι εκείνοι τα φοβούνταικαι με πάτημα τυφλό

εις την Κόρινθο αποκλειούνται

κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80 Στέλνει ο άγγελος του ολέθρουπείνα και θανατικό,

που με σχήμα ενός σκελέθρου

περπατούν αντάμα οι δυο

81 και πεσμένα εις τα χορτάριααπεθαίνανε παντού

τα θλιμμένα απομεινάρια

της φυγής και του χαμού.

82 Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,που ότι θέλεις ημπορείς.

εις τον κάμπο, Ελευθερία,

ματωμένη περπατείς.

83 Στη σκια χεροπιασμένες,στη σκια βλέπω κι εγώ

κρινοδάχτυλες παρθένες

οπού κάνουνε χορό.

84 Στο χορό γλυκογυρίζουνωραία μάτια ερωτικά,

και εις την αύρα κυματίζουν

μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85 Η ψυχή μου αναγαλλιάζειπως ο κόρφος καθεμιάς

γλυκοβύζαστο ετοιμάζει

γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

86 Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,το ποτήρι δεν βαστώ

φιλελεύθερα τραγούδια

σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένητων Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88 Πήγες εις το Μεσολόγγιτην ημέρα του Χριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι

για το τέκνο του Θεού.

89 Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώνταςη Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,

και το δάκτυλο κινώντας

οπού ανεί τον ουρανό,

90 « σ’ αυτό », εφώναξε, « το χώμαστάσου ολόρθη, Ελευθεριά! ».

Και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91 Εις την τράπεζα σιμώνει,και το σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

92 Αγρικάει την ψαλμωδίαοπού εδίδαξεν αυτή

βλέπει τη φωταγωγία

στους Αγίους εμπρός χυτή.

93 Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουνμε πολλή ποδοβολή,

κι άρματ’, άρματα ταράζουν;

Επετάχτηκες εσύ!

94 Α, το φως που σε στολίζει,σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρίθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από τη γη.

95 Λάμψιν έχει όλη φλογώδηχείλος, μέτωπο, οφθαλμός

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι όλα γύρω σου είναι φως.

96 Το σπαθί σου αντισηκώνεις,τρία πατήματα πατάς,

σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

κι εις το τέταρτο κτυπάς.

97 Με φωνή που καταπείθειπροχωρώντας ομιλείς:

« Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,

ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98 Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε: »Εγώ ειμ’ ‘Αλφα, Ωμέγα εγώ

πέστε, που θ’ αποκρυφθείτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99 Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,που, μ’ αυτήν αν συγκριθεί

κείνη η κάτω οπού σας έχω,

σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

100 Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη από τη ρίζα,

ζώα και δέντρα και θνητούς.

101 Και το παν το κατακαίει,και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του άνεμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή » ».

102 Κάποιος ήθελε ερωτήσει:Του θυμού Του εισ’ αδελφή;

Ποιος είν’ άξιος να νικήσει

ή με σε να μετρηθεί;

103 Η γη αισθάνεται την τόσητου χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλην θέλει θανατώσει

τη μισόχριστη σπορά.

104 Την αισθάνονται και αφρίζουντα νερά, και τ’ αγρικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σαν ρυάζετο θηριό.

105 Κακορίζικοι, πού πάτετου Αχελώου μες στη ροή

και πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή

106 να αποφύγετε; Το κύμαέγινε όλο φουσκωτό

εκεί ευρήκατε το μνήμα

πριν να ευρείτε αφανισμό.

107 Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζεικάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

108 Σφαλερά τετραποδίζουνπλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιντρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

109 Ποίος στο σύντροφον απλώνειχέρι, ωσάν να βοηθηθεί

ποίος τη σάρκα του δαγκώνει

όσο που να νεκρωθεί.

110 Κεφαλές απελπισμένες,με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ’ άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

111 Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτητου Αχελώου νεροσυρμή-

το χλιμίντρισμα και οι κρότοι

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112 Έτσι ν’ άκουα να βουίξειτον βαθύν Ωκεανό,

και στο κύμα του να πνίξει

κάθε σπέρμα αγαρηνό!

113 Και εκεί πού ‘ναι η Αγία Σοφίαμες στους λόφους τους επτά,

όλα τ’ άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114 σωριασμένα να τα σπρώξειη κατάρα του Θεού,

κι απ’ εκεί να τα μαζώξει

ο αδελφός του Φεγγαριού.

115 Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά

μ’ αργό πάτημα ας πηγαίνει

μεταξύ τους και ας μετρά.

116 Ένα λείψανο ανεβαίνειτεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει

και δεν φαίνεται, και πλιο

117 και χειρότερα αγριεύεικαι φουσκώνει ο ποταμός

πάντα, πάντα περισσεύει

πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

118 Α, γιατί δεν έχω τώρατη φωνή του Μωυσή;

Μεγαλόφωνα την ώρα

οπού εσβιούντο οι μισητοί,

119 το Θεόν ευχαριστούσεστου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός.

120 Ακλουθάει την αρμονίαη αδελφή του Ααρών,

η προφήτισσα Μαρία,

μ’ ένα τύμπανο τερπνόν

121 και πηδούν όλες οι κόρεςμε τσ’ αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

122 Σε γνωρίζω από την κόψητου σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη

που με βία μετράει τη γη.

123 Εις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,δεν νικιέσαι εσύ ποτέ

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σε.

124 Το στοιχείον αυτό ξαπλώνεικύματ’ άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει,

κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125 Με βρυχίσματα σαλεύειπου τρομάζει η ακοή

κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμνιώνα αναζητεί.

126 Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνηκαι το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

127 Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,στην ξηράν εσύ ποτέ

όμως όχι δεν είν’ ξένο

και το πέλαγο για σέ.

128 Περνούν άπειρα τα ξάρτια,και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

129 Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,και αγκαλά δεν είν’ πολλές,

πολεμώντας, άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καις.

130 Μ’ επιθυμία να τηράζειςδύο μεγάλα σε θωρώ,

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

131 Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

132 Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοικαι δεν μνέσκει ένα κορμί

χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σε πέταξαν εκεί.

133 Εκρυφόσμιγαν οι φίλοιμε τσ’ εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη

δίνοντάς τα εις το φιλί.

134 Κειες τες δάφνες που εσκορπίστετώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε

πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

135 Όλοι κλάψτε αποθαμένοςο αρχηγός της Εκκλησιάς

κλάψτε, κλάψτε κρεμασμένος

ωσάν να ‘τανε φονιάς!

136 Έχει ολάνοικτο το στόμαπ’ ώρες πρώτα είχε γευθεί

τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα

λες πως θε να ξαναβγεί

137 η κατάρα που είχε αφήσει,λίγο πριν να αδικηθεί,

εις οποίον δεν πολεμήσει

και ημπορεί να πολεμεί.

138 Την ακούω, βροντάει, δεν παύειεις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

139 Η καρδιά συχνοσπαράζει.Πλην τι βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάκτυλο η θεά.

140 Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπητρεις φορές μ’ ανησυχιά

προσηλώνεται κατόπι

στην Ελλάδα, και αρχινά:

141 « Παλληκάρια μου, οι πολέμοιγια σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

142 Απ’ εσάς απομακραίνεικάθε δύναμη εχθρική,

αλλά ανίκητη μια μένει

που τες δάφνες σας μαδεί.

143 Μία, που όταν ωσάν λύκοιξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη,

αχ, το νου σάς τυραννεί.

144 Η Διχόνοια που βαστάειένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει,

« πάρ’ το », λέγοντας, « και συ ».

145 Κειο το σκήπτρο που σας δείχνειέχει αλήθεια ωραία θωριά

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

146 Από στόμα οπού φθονάει,παλληκάρια, ας μην πωθεί,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

147 Μην ειπούν στο στοχασμό τουςτα ξένη έθνη αληθινά:

« Εάν μισούνται ανάμεσό τους

δεν τους πρέπει ελευθεριά ».

148 Τέτοια αφήστενε φροντίδαόλο το αίμα οπού χυθεί

για θρησκεία και για πατρίδα

όμοιαν έχει την τιμή.

149 Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτεγια πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλισθείτε

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150 Πόσο λείπει, στοχασθείτε,πόσο ακόμη να παρθεί

πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,

πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.

151 Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,καταστήστε ένα Σταυρό

και φωνάξετε με μία:

« Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ!

152 Το σημείον που προσκυνάτεείναι τούτο, και γι’ αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα το σκληρό.

153 Ακατάπαυστα το βρίζουντα σκυλιά και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν,

και την πίστη αναγελούν.

154 Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθηαίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός: Να εκδικηθώ.

155 Δεν ακούτε, εσείς εικόνεςτου Θεού, τέτοια φωνή;

Τώρα επέρασαν αιώνες

και δεν έπαυσε στιγμή.

156 Δεν ακούτε; Εις κάθε μέροςσαν του Άβελ καταβοά

δεν ειν’ φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157 Τι θα κάμετε; Θ’ αφήστενα αποκτήσομεν εμείς

λευθεριάν, ή θα την λύστε

εξ αιτίας πολιτικής;

158 Τούτο ανίσως μελετάτειδού εμπρός σας τον Σταυρό:

Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ! »

Partager cette page
Vos commentaires :